Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Περισσότερη Δημοκρατία και ισοτιμία στην Ενωμένη Ευρώπη.

Το τι συμβαίνει όταν τελικά πληγεί η αξιοπιστία ενός συστήματος, το γνωρίζουμε όλοι. Πολύ σύντομα η κατάρρευσή του γίνεται γεγονός. Και αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό ήδη όσον αφορά το ευρώ και την Ευρωζώνη .
Όταν σε ολόκληρο τον κόσμο Τράπεζες και επενδυτές αρχίζουν να λειτουργούν με την σκέψη πως είναι μια

πραγματική πιθανότητα να καταρρεύσει το ευρώ τότε το ευαίσθητο νήμα που συγκρατεί την ευρωζώνη μπορεί να κοπεί πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα.
Αν κάποιος μιλούσε για την διάλυση της Ευρωζώνης δύο χρόνια πριν ή και έναν χρόνο πριν τότε ήταν σαν να έφτιαχνε σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Όμως σήμερα το σενάριο αυτό δεν μοιάζει και τόσο φανταστικό ύστερα από μια σειρά λανθασμένων επιλογών των Συνόδων Κορυφής κυρίως με γερμανική υπαιτιότητα. Φτάνουμε πια στο σημείο να αναρωτιόμαστε για το τι Ευρώπη έχουμε ύστερα από έξι δεκαετίες μετά την έναρξη του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ένα μεγάλο δίκτυο υπερεθνικών θεσμών οι οποίοι με στελέχη μη εκλεγμένα στις περισσότερες των περιπτώσεων που αποφασίζουν για το μέλλον των λαών και των κοινωνιών της Ηπείρου ως πολιτικοί εντολείς.
Η υπεσχεμένη «Ευρώπη των Πατρίδων» μια κοινότητα, κοινωνία κρατών στην οποία η εθνική ανεξαρτησία θεωρείται ως θέσφατο και κοινή παραδοχή όλων, με απαραίτητο όρο την ισοτιμία μεταξύ των κρατών-μελών αλλά και την ισότητα που θα διασφαλίζεται μέσα από ομόφωνες και συναινετικές αποφάσεις μάλλον δεν υπάρχει πια ή καλύτερα ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Αυτό που αυτή τη στιγμή υπάρχει στην Ευρώπη είναι ένα τεράστιο ανομοιογενές πλήθος πολιτικών και φιλοσοφικών θέσεων που προσπαθούν να επιβάλλουν την λειτουργιστική υπερεθνικότητα με μοναδικό τους κριτήριο τα οικονομικά οφέλη. Δημιούργησαν για χρόνια τώρα μια πανευρωπαϊκή εμποροοικονομική, χρηματοοικονομική και καταναλωτική ουτοπία μορφικά πανομοιότυπη του παλαιότερου μοντέλου της Σοβιετικής αδιαφορώντας για κάθε πολιτική η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει στα ευρωπαϊκά έθνη ως συγκολλητική ουσία για μια ενιαία πολιτική συγκρότηση.

Φωτογραφία: Περισσότερη Δημοκρατία και ισοτιμία στην Ενωμένη Ευρώπη.
 
Το τι συμβαίνει όταν τελικά  πληγεί η αξιοπιστία ενός συστήματος, το γνωρίζουμε όλοι. Πολύ σύντομα η κατάρρευσή του γίνεται γεγονός. Και αυτό συμβαίνει εδώ και καιρό ήδη όσον αφορά  το ευρώ και την Ευρωζώνη .
Όταν σε ολόκληρο τον κόσμο Τράπεζες και επενδυτές αρχίζουν να λειτουργούν με την σκέψη πως είναι μια πραγματική πιθανότητα να καταρρεύσει το ευρώ τότε το ευαίσθητο νήμα που συγκρατεί την ευρωζώνη μπορεί να κοπεί πολύ εύκολα και πολύ γρήγορα.
Αν κάποιος μιλούσε για την διάλυση της Ευρωζώνης δύο χρόνια πριν ή και έναν χρόνο πριν τότε ήταν σαν να έφτιαχνε σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Όμως σήμερα το σενάριο αυτό δεν μοιάζει και τόσο φανταστικό ύστερα από μια σειρά λανθασμένων επιλογών των Συνόδων Κορυφής κυρίως με γερμανική υπαιτιότητα. Φτάνουμε πια στο σημείο να αναρωτιόμαστε για το τι Ευρώπη έχουμε ύστερα από  έξι δεκαετίες μετά την έναρξη του εγχειρήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.  Ένα  μεγάλο δίκτυο υπερεθνικών θεσμών οι οποίοι με στελέχη μη εκλεγμένα στις περισσότερες των περιπτώσεων που αποφασίζουν για το μέλλον των λαών και των κοινωνιών της Ηπείρου ως πολιτικοί εντολείς.
Η υπεσχεμένη  «Ευρώπη των Πατρίδων» μια κοινότητα, κοινωνία κρατών στην οποία η  εθνική ανεξαρτησία θεωρείται ως  θέσφατο και κοινή παραδοχή όλων,  με απαραίτητο όρο την ισοτιμία μεταξύ των κρατών-μελών αλλά και την  ισότητα που θα διασφαλίζεται μέσα από ομόφωνες και συναινετικές αποφάσεις μάλλον δεν υπάρχει πια ή καλύτερα ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Αυτό που αυτή τη στιγμή υπάρχει στην Ευρώπη είναι ένα τεράστιο  ανομοιογενές πλήθος πολιτικών και φιλοσοφικών θέσεων που προσπαθούν να επιβάλλουν την  λειτουργιστική υπερεθνικότητα με μοναδικό τους κριτήριο  τα οικονομικά οφέλη. Δημιούργησαν για χρόνια τώρα μια πανευρωπαϊκή εμποροοικονομική, χρηματοοικονομική και καταναλωτική  ουτοπία μορφικά πανομοιότυπη του παλαιότερου μοντέλου της Σοβιετικής αδιαφορώντας για κάθε πολιτική η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει στα ευρωπαϊκά έθνη ως συγκολλητική ουσία για μια ενιαία  πολιτική συγκρότηση.

Μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα απουσιάζει κάθε ίχνος  διανεμητικής δικαιοσύνης  ο απαραίτητος όρος που θα μπορούσε να βοηθήσει έναν κοινό τρόπο ζωής  ο οποίος θα ήταν εξασφαλισμένος από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. 
Αυτό που παρέβλεψαν οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες στην συγκρότηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι πως θα έπρεπε να αναφέρονται σε  πολίτες, ανθρώπους με ιδιαιτερότητες, ξεχωριστούς πολιτισμούς, ήθη έθιμα αντιλήψεις. Παρέβλεψαν κάθε προσπάθεια  σύμμειξης και μέθεξης των πνευματικών και αισθητών χαρακτηριστικών των ευρωπαϊκών εθνών και αφιερώθηκαν ολότελα στο ν ωφελιμιστικό χαρακτήρα της Ένωσης, το χρήμα.  Το χρήμα όμως δεν είναι αυτό που μπορεί να συγκροτεί και συγκρατεί μια βιώσιμη πολυεθνική δομή, τα έθνη δεν μπορούν να λειτουργήσουν με μόνο κριτήριο τον ωφελιμισμό αν είναι εκμηδενισμένα ανθρωπολογικά.  
Να λοιπόν που άσχετα με τα οικονομικά προβλήματα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και την στάση των αγορών η Ευρώπη σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, συναρτημένης με το ζήτημα του ηγεμονισμού που αποτελεί όπως γνωρίζουμε, προϊόν της άνισης ανάπτυξης και κύριο αίτιο πολέμου. Ότι οικοδομήθηκε  δεν κατόρθωσε σε καμία περίπτωση να μορφοποιήσει μια  πανευρωπαϊκή πολιτική ανθρωπολογία και ως εκ τούτου ο κάθε υπερεθνικός θεσμός σήμερα αμφισβητείται από τους λαούς της Ευρώπης όσον αφορά τις δικαιοδοσίες. Οι κοινωνίες των κρατών-μελών  παραμένουν προσκολλημένες στην εθνική τους  ανεξαρτησία, στους οικείους τους πολιτισμούς, στην γλώσσα τους στις παραδόσεις τους  έτσι όπως αυτές συγκροτήθηκαν  ιστορικά στο πέρασμα των αιώνων και μετά από πολλούς πολέμους και αγώνες .
Η άνιση ανάπτυξη η οποία έγινε πιο έντονη μεταξύ των κρατών μελών  μετά τις νομισματικές ρυθμίσεις του  1992 η «οικονομική ένωση » μάλλον ήταν και η αρχή του τέλους για την αποκαθήλωση της ιδέας της «πολιτικής» ένωσης. Εάν από την αρχή η νομισματική ένωση ήταν θεμελιωμένη στο πλαίσιο  μιας αληθινής οικονομικής ένωσης χωρίς την συντριβή των λιγότερο ισχυρών κρατών, με προϋποθέσεις αλληλεγγύης σε περίπτωση δυσκολιών,  με μια δημοσιονομική πειθαρχία που θα μπορούσε να ελεγχθεί  από εντολοδόχους υπερεθνικούς θεσμούς αλλά κυρίως εάν επιτυγχάνονταν  μια ορθολογιστική οικονομική ένωση στην οποία οι νομισματικές ρυθμίσεις ήταν, από πολιτικοοικονομική άποψη, σωστά ενταγμένες και παράλληλα υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις διαφύλαξης των ζωτικών συμφερόντων των λιγότερο ισχυρών από τις ηγεμονικές τάσεις των ισχυρότερων κρατών τίποτα από αυτά που συμβαίνουν σήμερα δεν θα είχε συμβεί. Αυτό όμως  που τελικά επιλέχθηκε ήταν ένα  «ευρωπαϊκό παράδοξο»  εφόσον στην πράξη ποτέ δεν ίσχυσε η αρχή της ομοφωνίας των αποφάσεων ως κύρια πρακτική ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ομόφωνες αποφάσεις μεταξύ κρατών που θα εξασφάλιζαν την ισοτιμία και την ισότητα, άρα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Από τους λαούς της Ευρώπης ζητήθηκαν πράγματα που δεν μπορούσαν καν να τα εφαρμόσουν,  μας ζητήθηκε να τρέξουμε πριν μπορούμε να περπατήσουμε και όταν η αδυναμία μας ήταν πια ορατή τότε παραλείψαμε κάθε δημοκρατικό θεσμό και αναθέσαμε σε ένα διευθυντήριο τεχνοκρατών να αποφασίζει για λογαριασμό μας. Σήμερα τα κράτη μέλη της ΕΕ βρίσκονται σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Είτε θα αφήσουν πίσω τους οριστικά και αμετάκλητα τις αποδεδειγμένα αποτυχημένες πρακτικές της δήθεν ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προκαλώντας και την διάλυση του οικοδομήματος  είτε θα ενισχύσουν τους διακυβερνητικούς θεσμούς με την πραγματική δύναμη της εξουσίας η οποία πηγάζει από τον λαό περιορίζοντας την εξουσία των τεχνοκρατών που δρουν ολοένα και περισσότερο εις βάρος της δημοκρατίας.
Τα κράτη μέλη πρέπει να  αποφασίζουν ομόφωνα ή συναινετικά και να εξαλείψουν κάθε πιθανότητα ή δυνατότητα ηγεμονισμού κάποιων ισχυρών κρατών έναντι άλλων. Εξάλλου αυτή ακριβώς η  αντί-ηγεμονική λογική και η εξάλειψη της άνισης ανάπτυξης είναι  και η θεωρία της ιδρυτικής διακήρυξης της Ευρωπαϊκής  ένωσης η οποία χρωστά την δημιουργία της στην σκέψη πως είναι και το μοναδικό αντίδοτο στον πόλεμο.


Διαφορετικά η έξοδος μιας, ίσως και περισσότερων κρατών, από τον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης, θα αποτελέσει ένα σοβαρό πλήγμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και θα επιταχύνει τη μετάβαση προς τη λεγόμενη «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων» με αποτέλεσμα και την κατάρρευση του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος. Αυτές τις σκέψεις αποτυπώνουν πολλοί και εμείς μαζί τους όταν την ίδια στιγμή  το προεδρείο της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΚΣΣΕ) υπογραμμίζει ότι οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πολιτικές ηγεσίες, έχουν ελαχιστοποιήσει την συμμετοχή τους στις εκλογές και εκφράζουν την υποστήριξη τους προς τα ξενοφοβικά και λαϊκίστικα πολιτικά κόμματα.
Αυτό που χρειάζεται είναι μια κοινή απάντηση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Δημοκρατία, αν δεν γίνουν ουσιαστικές βελτιώσεις, η Ευρώπη κινδυνεύει όχι μόνο να παράγει μια χαμένη γενιά των απογοητευμένων νέων ανθρώπων, αλλά και να υπονομεύσει την πολιτική σταθερότητα.......
την κοινωνική συνοχή, την δικαιοσύνη και την ειρήνη
Μέσα σε αυτό το συνονθύλευμα απουσιάζει κάθε ίχνος διανεμητικής δικαιοσύνης ο απαραίτητος όρος που θα μπορούσε να βοηθήσει έναν κοινό τρόπο ζωής ο οποίος θα ήταν εξασφαλισμένος από τις αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Αυτό που παρέβλεψαν οι Ευρωπαίοι τεχνοκράτες στην συγκρότηση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος είναι πως θα έπρεπε να αναφέρονται σε πολίτες, ανθρώπους με ιδιαιτερότητες, ξεχωριστούς πολιτισμούς, ήθη έθιμα αντιλήψεις. Παρέβλεψαν κάθε προσπάθεια σύμμειξης και μέθεξης των πνευματικών και αισθητών χαρακτηριστικών των ευρωπαϊκών εθνών και αφιερώθηκαν ολότελα στο ν ωφελιμιστικό χαρακτήρα της Ένωσης, το χρήμα. Το χρήμα όμως δεν είναι αυτό που μπορεί να συγκροτεί και συγκρατεί μια βιώσιμη πολυεθνική δομή, τα έθνη δεν μπορούν να λειτουργήσουν με μόνο κριτήριο τον ωφελιμισμό αν είναι εκμηδενισμένα ανθρωπολογικά.
Να λοιπόν που άσχετα με τα οικονομικά προβλήματα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και την στάση των αγορών η Ευρώπη σήμερα καλείται να αντιμετωπίσει ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης, συναρτημένης με το ζήτημα του ηγεμονισμού που αποτελεί όπως γνωρίζουμε, προϊόν της άνισης ανάπτυξης και κύριο αίτιο πολέμου. Ότι οικοδομήθηκε δεν κατόρθωσε σε καμία περίπτωση να μορφοποιήσει μια πανευρωπαϊκή πολιτική ανθρωπολογία και ως εκ τούτου ο κάθε υπερεθνικός θεσμός σήμερα αμφισβητείται από τους λαούς της Ευρώπης όσον αφορά τις δικαιοδοσίες. Οι κοινωνίες των κρατών-μελών παραμένουν προσκολλημένες στην εθνική τους ανεξαρτησία, στους οικείους τους πολιτισμούς, στην γλώσσα τους στις παραδόσεις τους έτσι όπως αυτές συγκροτήθηκαν ιστορικά στο πέρασμα των αιώνων και μετά από πολλούς πολέμους και αγώνες .
Η άνιση ανάπτυξη η οποία έγινε πιο έντονη μεταξύ των κρατών μελών μετά τις νομισματικές ρυθμίσεις του 1992 η «οικονομική ένωση » μάλλον ήταν και η αρχή του τέλους για την αποκαθήλωση της ιδέας της «πολιτικής» ένωσης. Εάν από την αρχή η νομισματική ένωση ήταν θεμελιωμένη στο πλαίσιο μιας αληθινής οικονομικής ένωσης χωρίς την συντριβή των λιγότερο ισχυρών κρατών, με προϋποθέσεις αλληλεγγύης σε περίπτωση δυσκολιών, με μια δημοσιονομική πειθαρχία που θα μπορούσε να ελεγχθεί από εντολοδόχους υπερεθνικούς θεσμούς αλλά κυρίως εάν επιτυγχάνονταν μια ορθολογιστική οικονομική ένωση στην οποία οι νομισματικές ρυθμίσεις ήταν, από πολιτικοοικονομική άποψη, σωστά ενταγμένες και παράλληλα υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις διαφύλαξης των ζωτικών συμφερόντων των λιγότερο ισχυρών από τις ηγεμονικές τάσεις των ισχυρότερων κρατών τίποτα από αυτά που συμβαίνουν σήμερα δεν θα είχε συμβεί. Αυτό όμως που τελικά επιλέχθηκε ήταν ένα «ευρωπαϊκό παράδοξο» εφόσον στην πράξη ποτέ δεν ίσχυσε η αρχή της ομοφωνίας των αποφάσεων ως κύρια πρακτική ανάπτυξης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ομόφωνες αποφάσεις μεταξύ κρατών που θα εξασφάλιζαν την ισοτιμία και την ισότητα, άρα και την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Από τους λαούς της Ευρώπης ζητήθηκαν πράγματα που δεν μπορούσαν καν να τα εφαρμόσουν, μας ζητήθηκε να τρέξουμε πριν μπορούμε να περπατήσουμε και όταν η αδυναμία μας ήταν πια ορατή τότε παραλείψαμε κάθε δημοκρατικό θεσμό και αναθέσαμε σε ένα διευθυντήριο τεχνοκρατών να αποφασίζει για λογαριασμό μας. Σήμερα τα κράτη μέλη της ΕΕ βρίσκονται σ’ ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Είτε θα αφήσουν πίσω τους οριστικά και αμετάκλητα τις αποδεδειγμένα αποτυχημένες πρακτικές της δήθεν ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης προκαλώντας και την διάλυση του οικοδομήματος είτε θα ενισχύσουν τους διακυβερνητικούς θεσμούς με την πραγματική δύναμη της εξουσίας η οποία πηγάζει από τον λαό περιορίζοντας την εξουσία των τεχνοκρατών που δρουν ολοένα και περισσότερο εις βάρος της δημοκρατίας.
Τα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίζουν ομόφωνα ή συναινετικά και να εξαλείψουν κάθε πιθανότητα ή δυνατότητα ηγεμονισμού κάποιων ισχυρών κρατών έναντι άλλων. Εξάλλου αυτή ακριβώς η αντί-ηγεμονική λογική και η εξάλειψη της άνισης ανάπτυξης είναι και η θεωρία της ιδρυτικής διακήρυξης της Ευρωπαϊκής ένωσης η οποία χρωστά την δημιουργία της στην σκέψη πως είναι και το μοναδικό αντίδοτο στον πόλεμο.


Διαφορετικά η έξοδος μιας, ίσως και περισσότερων κρατών, από τον σκληρό πυρήνα της ευρωζώνης, θα αποτελέσει ένα σοβαρό πλήγμα στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και θα επιταχύνει τη μετάβαση προς τη λεγόμενη «Ευρώπη των δύο ταχυτήτων» με αποτέλεσμα και την κατάρρευση του Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος. Αυτές τις σκέψεις αποτυπώνουν πολλοί και εμείς μαζί τους όταν την ίδια στιγμή το προεδρείο της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΚΣΣΕ) υπογραμμίζει ότι οι ευρωπαίοι πολίτες έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους προς τους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πολιτικές ηγεσίες, έχουν ελαχιστοποιήσει την συμμετοχή τους στις εκλογές και εκφράζουν την υποστήριξη τους προς τα ξενοφοβικά και λαϊκίστικα πολιτικά κόμματα.
Αυτό που χρειάζεται είναι μια κοινή απάντηση στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Δημοκρατία, αν δεν γίνουν ουσιαστικές βελτιώσεις, η Ευρώπη κινδυνεύει όχι μόνο να παράγει μια χαμένη γενιά των απογοητευμένων νέων ανθρώπων, αλλά και να υπονομεύσει την πολιτική σταθερότητα.......
την κοινωνική συνοχή, την δικαιοσύνη και την ειρήνη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου